διαμιλλῶμαι

διαμιλλάομαι
contend hotly
pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)
διαμιλλάομαι
contend hotly
pres ind mp 1st sg
διαμιλλάομαι
contend hotly
pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic)
διαμιλλάομαι
contend hotly
pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)
διαμιλλάομαι
contend hotly
pres ind mp 1st sg
διαμιλλάομαι
contend hotly
pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμιλλώμαι — (Α διαμιλλῶμαι, άομαι) [αμιλλώμαι] συναγωνίζομαι πρόθυμα …   Dictionary of Greek

  • αμιλλώμαι — ( άομαι) (Α αμιλλῶμαι) αγωνίζομαι, προσπαθώ να ξεπεράσω κάποιον, να φανώ ή να γίνω ανώτερος από αυτόν διαγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι νεοελλ. είμαι εφάμιλλος, ισάξιος με κάποιον ή κάτι αρχ. 1. εντείνω τις δυνάμεις μου για να πετύχω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.